Ο Σημαδεμένος

Η ζωή του Βάιου θα μπορούσε να είναι πρώτη ύλη για το σενάριο μιας καλής γκανγκστερικής ταινίας.
Σαν μια βαλκανική εκδοχή του Σκορσεζικού σύμπαντος ή της σκηνογραφίας που έστησε ο Ντε Πάλμα για τον Τόνι Μοντάνα και τον Καρλίτο Μπριγκάντε.
Μόνο που η δράση δεν εκτυλίσσεται σε κάποια Λιτλ Ίταλι, αλλά στα στενά της Πλάκας, με το ημερολόγιο να είναι στη σελίδα των 60s. Εκεί, και τότε, ξεκίνησε να δουλεύει μπράβος στα μαγαζιά της περιοχής.
Το μόνο που έχει μείνει να θυμίζει αυτές τις εποχές είναι το πρασινωπό χρώμα των κεντητών τατουάζ της φυλακής που μουτζουρώνουν τα χέρια του.
Πώς έφτασε να περάσει 13 χρόνια μέσα;
Το διηγήθηκε, σήμερα στα 67 του, στην Popaganda με τη μπάσα βραχνή φωνή του, σε μια αφήγηση που κόβει την ανάσα.
Μην πάρετε ποπ κορν, δεν είναι ταινία.
Είναι φέτες πραγματικής ζωής, της επικίνδυνης δικιάς του…
Vaios-ex convict / ÂÜÀïò-ðñþçí êáôÜäéêïò
Το βάπτισμα στην παρανομία.
- Γέννημα θρέμμα Πλακιώτης. Τέλειωσα το σχολείο και μετά έβγαλα δύο χρονιές στην Ανωτάτη Εμπορική.
Έμπλεξα με τη νύχτα κι έμαθα στα εύκολα χρήματα που έβγαιναν με την προστασία. Τρία άτομα είχαμε καλό όνομα στην Πλάκα.
Ο «Ζορό», ο Σταθόπουλος κι εγώ. Οι άλλοι δύο δε ζουν. Ο Σταθόπουλος έφαγε σφαίρα στο κεφάλι και τον πετάξανε σ’ έναν γκρεμό με το αυτοκίνητο, κάπου στην Καλαμάτα. Ο Ζορό πήγε από τροχαίο.
- Όταν ο Σκυλίτσης έκλεισε την Τρούμπα κι έφερε όλα τα μαγαζιά στο Σύνταγμα και στην Πλάκα, αναλάβαμε την προστασία σε καμιά τριανταριά ταβέρνες και μπαράκια. Αναγκαστικά, είχαμε επεισόδια γιατί υπήρχαν και άλλοι που θέλανε μερτικό.
Εκείνη την εποχή παίρναμε ένα χιλιάρικο από το μαγαζί, κάθε βράδυ. Σκέψου ότι με 30.000 δραχμές αγόραζες δυάρι.
Δεν κρατούσαμε τίποτα, έτσι τα τρώγαμε. Σε πουτάνες, μπαράκια και μπουζούκια.
- Θα ‘μουνα περίπου 19-20, μια μέρα που πήγαμε να πάρουμε λεφτά από τους Μανιάτες, τους Μαντουβαλαίους, οικογένεια του σημερινού δικηγόρου και πολιτικού. Τότε, ήταν ο φόβος κι ο τρόμος αυτοί, αλλά εμείς δεν το ξέραμε.
Μπήκαμε στο γραφείο να πάρουμε  τα λεφτά, άνοιξαν το συρτάρι κι εβγαλαν δυο κουμπούρια. Εμείς δουλεύαμε μόνο μαχαίρι – πιστόλια είχανε μόνο οι Μανιάτες.
Μας λένε: «Εδώ, θα έρχεστε και θα πίνετε. Ξεχάστε τις προστασίες. Ξέρουμε ποιοι είστε στην πιάτσα, αλλά αυτά όχι σε μας».
Vaios-ex convict / ÂÜÀïò-ðñþçí êáôÜäéêïò
Τα μαχαιρώματα
- Ένας  ξάδερφός μου είχε μια ντισκοτέκ, τη Step Βy Step. Εκεί ερχόταν μια πιτσιρίκα που της κόλλαγα, χωρίς να ξέρω αν ήταν με κάποιον. Αυτή, όμως, είχε νταραβέρι με έναν τυπάκο από τα Πετράλωνα. «Βασιλιάς» το παρατσούκλι του. Γεροδεμένο παλικάρι.
Μια μέρα μας είδαν κάνα δυο γνωστοί του και του το σφυρίξανε.
Έρχεται και μου λέει: «Μαγκάκο, θα λογοδοτήσεις που πήρες την γκόμενά μου». 
Του απαντάω: «Ποια; Αυτήν; Πάρτηνα, αλλά δεν θα φύγεις έτσι. Έχεις μαχαίρι επάνω σου;». Είχε. «Βγάλτο. Εγώ δεν το ξαναβάζω μέσα, αν δεν σε χτυπήσω ή δεν με χτυπήσεις». 
Του τράβηξα κάνα δυο στη μούρη, πήρε τα σκαλάκια κι έφυγε.
Μπροστά στον κόσμο όλα αυτά, μόλις κλείνανε τα ξημερώματα τα μαγαζιά της Πλάκας, ανταμώναμε όλοι στο Σύνταγμα.
Ακόμα και οι ναρκομανείς. Όλη η διακίνηση εκεί γινόταν. 
Όταν έφυγε, μου λέει «έχουμε προηγούμενα». «Όποτε θέλεις», είπα. Δεν πήγε όμως στην αστυνομία. Η σιωπή ήταν τότε ο νόμος της πιάτσας.

Μετά από κάνα δυο μήνες, ένα βράδυ, τον βλέπω. Κράταγε μια λάμα τριάντα πόντους. Εγώ είχα πάρει LSD και είχα μουρλαθεί.
Ούτε το κουμπάκι που ανοίγει το μαχαίρι δεν μπορούσα να πατήσω.
Τον είδα να ‘ρχεται κατά πάνω μου. Tην τελευταία στιγμή πρόλαβα να βάλω το χέρι μπροστά στην κοιλιά μου.
Αυτός μόλις με κοπάνησε, έφυγε προς την Ακρόπολη. Κατάλαβα ότι μου την έδωσε γερά. Τελικά, με είχε πετύχει στον αγκώνα.
Η μύτη είχε κολλήσει στο κόκκαλο και το υπόλοιπο μαχαίρι τρεμόπαιζε στον αέρα. Σκέψου με πόση δύναμη μου την έδωσε.
Έβγαλα το μαχαίρι και το πέταξα. Πήρα ένα μπουκάλι ούζο από ένα καφενείο. Το ‘ριξα επάνω κι έσκισα ένα κομμάτι από την μπλούζα μου για να τη δέσω.
Ακόμα έχω το σημάδι (σ.σ. μου το δείχνει).
Vaios-ex convict / ÂÜÀïò-ðñþçí êáôÜäéêïò
- Άλλη ιστορία είναι μια που συνέβη ξανά στη ντισκοτέκ του ξάδερφού μου. 
Έπιναν εκεί τρεις μαύροι, αμερικάνοι ναύτες. Γομάρια, σαν την πόρτα.
Ξαφνικά, ο ένας από τους τρεις μου λέει «I want to fuck this boy». Ο Ζορό μου κάνει «για μας το λέει». 
Βρέθηκε ένας έλληνας φωτογράφος που δούλευε με τα μαγαζιά και τον είχαν οι μαύροι σαν διερμηνέα.
Του λέω, «τι θέλει αυτός ρε;». Μου λέει, «θέλουν χασίσι». 
Δεν ασχολήθηκα, αλλά κάποια στιγμή σηκώθηκε ο ένας τους και πήρε τη γυναίκα του Ζορό για να τη χορέψει. Νταηλίκι κι έτσι. Βλέπω τον άλλον, είχε το χέρι του επάνω στο πόδι του, καλυμμένο με ένα μαντήλι. Από κάτω είχε μαχαίρι. Στην αρχή δεν φαινόταν, αλλά όταν πέσανε επάνω τα φώτα της ντίσκο, γυάλισε η λάμα.
Ο φίλος μου ήδη μάλωνε με τον άλλον, για να πάρει πίσω τη γυναίκα του. Ο κόσμος ειχε κατάλαβει κι άρχισε να φεύγει.
Στο μαγαζί ήταν όλοι δικοί μας, αλλά με το που βλέπω να έρχεται αυτός ο μαλάκας που είχε τη λάμα κάτω από το μαντήλι, σκέφτηκα «πάει, σε σκότωσε».
Από πίσω, με είχε πιάσει ένα χέρι από τον ώμο, μου έκοψε μια αλυσίδα που είχα δώρο της μάνας μου, μου έσκισε τη μπλούζα και με σήκωσε ολόκληρο στον αέρα! Τα πόδια μου ήταν στον αέρα και έβλεπα τον άλλον με το μαχαίρι να έρχεται κατά πάνω μου.
Το βγάζω κι εγώ, του τραβάω μια στην κοιλιά, πέφτει σε κάτι τραπέζια και τα ‘κανε σμπαράλια. 
Ο άλλος με παράτησε και έσκασα με τον κώλο κάτω. Ο τρίτος έφυγε.
Το μαγαζί ήταν διώροφο, περίπου δέκα μέτρα ύψος και στην ταράτσα είχε ένα στηθαίο. Αυτός που με είχε σηκώσει πήδηξε από κει.
Όπως ήταν στον αέρα, του έδωσα μια με το χέρι και τον πέτυχα στο λαιμό. Μόλις έπεσε κάτω, έμεινε εκεί.
Λέω «πάει, τον καθάρισα».

Την ώρα που έφευγα με είδε ο Κουρούμαλος που είχε καφετέρια απέναντι. Ήταν ρουφιάνος της αστυνομίας, αλλά ακόμα δεν το ήξερα. Μου λέει τότε: «Πέθανε». 
Γλίτωσα και το αυτόφωρο που τότε ήταν τρεις μέρες.
Μέχρι να πιάσουν εμένα, είχαν πιάσει έναν άλλον που ήταν στην Πλάκα επίσης με το όνομά Βάιος και τον κοπανάγανε. 
Πήγα στο μαγαζί του ξάδερφού μου και με φώναξε ο Κουρούμαλος, «έλα να πιούμε έναν καφέ».
Δεν πήγε το μυαλό μου ότι είχε ειδοποιήσει την αστυνομία. Είχα κι ένα μαχαίρι στην κάλτσα, που δεν πρόλαβα να το πετάξω.
Μόλις πήγα να κάτσω στην καρέκλα, είδα από την κάτω μεριά στην Τριπόδων, κινητικότητα που δεν μ’ άρεσε.
Δίνω μια στο φλιτζάνι, «άσε τον καφέ». Έφυγα από την πάνω μεριά.
Στο τέρμα της Μνησικλέους που είναι σταυροδρόμι, είχαν πλακώσει καμιά τριανταριά αστυνομικοί.
Φτάνει να σου πω ότι για να με φέρουν ως τη Μακρυγιάννη, δεν περπατούσα. Με είχαν στον αέρα.
«Τον Νταβέλη πιάσατε;», τους είπα.
«Πας για ισόβια», μου απάντησε ένας.
Ήξερα, όμως, ότι ο μαύρος δεν είχε πεθάνει.
Μέχρι να γίνει αυτό το δικαστήριο, μπήκα φυλακή στις Αβέρωφ για άλλο μαχαίρωμα. 
Εκεί φέρανε και τον Κουρούμαλο όταν τον πιάσανε για μισό κιλό χασίσι. Κάποιοι χασισέμποροι έμαθαν ότι κάρφωσε άλλους δεκατρείς όταν τον συλλάβανε και πήγαν να τον φάνε.
Ο λόγος τιμής λέει ότι αν σε πιάσουν με κάτι, δεν δίνεις κανέναν.
Μπήκα στη μέση, «ρε παιδιά, είναι γειτονάκι και καλό παιδί».
«Τι καλό παιδί ρε Βάιε; Δεκατρία άτομα πήρε μαζί του».
Τελικά, του ρίξανε γερό ξύλο. Μετά από κανά μήνα, έμαθα από έναν φίλο ότι είχε ρουφιανέψει και μένα.
Ανταμώσαμε στο προαύλιο.
Του λέω: «Δε ντράπηκες ρε πούστη; Κι εγώ που πήγα να σε σώσω από το ξύλο…αλλά καλά σου κάνανε ρε μπινέ. Έπρεπε να σε πηδήξουν κιόλας». 
Δικαιολογήθηκε ότι τον εκβιάζανε να του κλείσουν το μαγαζί.
Μετά από 4-5 μέρες που βγήκα, του έκαψα το μαγαζί.
Vaios-ex convict / ÂÜÀïò-ðñþçí êáôÜäéêïò
- Πριν ακόμα παντρευτώ, έκανα παρέα με τον πεθερό μου. 
Μια μέρα, επί χούντας, πήγαμε σε μια ταβέρνα στην Ηλιούπολη, στο Τρύπιο Κατοστάρι.
Κατά τις 4 η ώρα μπαίνει η χωροφυλακή μαζί με έναν φαντάρο και άρχισαν να βγάζουν τους δίσκους από το τζουκ-μποξ. Παράλληλα, μας είπαν να βγάλουμε ταυτότητες για έλεγχο. Ζήτησαν και από μένα ταυτότητα, τους είπα ότι δεν είχα, γιατί ήξερα ότι θα με παίρνανε κατευθείαν μέσα, σε αυτές τις περιπτώσεις έδινα το όνομα του αδερφού μου.

Μας έβγαλαν έξω από το μαγαζί.
Ο πεθερός μου είχε ένα Fiat 500ράκι. Το ένα του παράθυρο δεν έκλεινε ποτέ. Επάνω στο ταμπλό είχε ένα μεγάλο κατσαβίδι.
Μόλις φτάνουμε κοντά στο αυτοκίνητο, λέει ο ενοματάρχης: «Ο μικρός θα έρθει μαζί μας». Γυρίζω και του λέω «Γιατί ρε;». 
Μόλις το είπα έφαγα μια μάπα, τόσο δυνατή που γονάτισα. Κι όπως είχα το χέρι στο παράθυρο του αυτοκινήτου, άρπαξα το κατσαβίδι και του ‘ριξα μια στην κοιλιά, μέχρι που βγήκε από πίσω η μύτη.
Παρόλα αυτά, δεν πέθανε.
Έφαγα τρία χρόνια φυλακή.  Άσε που μπορούσαν να με σκοτώσουν. 
Ήταν χούντα τότε, μέχρι και δημοσιογράφοι ήρθαν και με έκαναν θέμα. Με παζάρια κατέβασα την ποινή, όλοι έκαναν.
Αυτοί καλαμπουρίζανε με εμάς. Τέτοια θέλουν να βλέπουν για να λένε χαζομάρες στα παιδιά τους.
Μου πρότειναν να πήγαινα σε αγροτικές φυλακές και να έβγαινα σε 1-1,5 χρόνο. Αρνήθηκα γιατί ήμουν πιτσιρικάς τότε και ήξερα ότι δε θα σταματούσα.
Φορτώθηκα κι ένα μαχαίρωμα που είχε κάνει ο κουνιάδος μου, σε ένα στέκι γνωριμιών στο Φιξ. 
Ούτε στο δικαστήριο δεν ήρθε να με υποστηρίξει, αλλά δεν τον «έδωσα». Τελικά, αυτός έφαγε είκοσι οχτώ μήνες, δύο χρόνια η γυναίκα του και τρία χρόνια εγώ.
Vaios-ex convict / ÂÜÀïò-ðñþçí êáôÜäéêïò
Η φυλακή
- Πρώτη φορά μπήκα μέσα 15 χρονών στη Βουλιαγμένης. Για κλοπή αυτοκινήτου. Ακόμα και σήμερα, δεν ξέρω να οδηγώ.
Οι άλλοι δύο οδηγούσαν. Παίρναμε αυτοκίνητα, κάναμε βόλτες και τα επιστρέφαμε άθικτα.
- Η φυλακή ήταν χάλια. Κάθε δεκαπέντε τρώγαμε κρέας ή κοτόπουλο. Αν είχες λεφτά, μαγείρευες. Βασική προϋπόθεση ήταν να προλάβαινες. Αν περίμενες να φας από το καζάνι, δεν την έβγαζες με τίποτα.
Είχα πετάξει πολλές φορές τα ταψιά με το μπριάμ και τις μελιτζάνες και μου έκαναν ιστορία οι βαρυποινίτες. «Ρε μαλάκα, για σένα το κάνω. Εγώ σε τέσσερις μήνες βγαίνω. Εσύ πώς θα βγάλεις την ισόβια με αυτά τα φαγητά;», τους έλεγα.
Δυο άτομα. Παραπάνω δεν χώραγε το κελί. Για τουαλέτα είχαμε έναν κουβά. Έπρεπε να κάνεις κουμάντο να πας τουαλέτα πριν κλείσει η φυλακή. Διαφορετικά, αν σε έπιανε το βράδυ, τα έκανες στον κουβά και τα μύριζες όλη τη νύχτα.
- Γεμάτες ήταν οι φυλακές με ναρκωτικά, μαχαίρια, πιστόλια, χάπια. 
Σπάγανε τις ουρές από τα τηγάνια, τις τροχίζανε και γίνονταν κοφτερές σαν φαλτσέτες. Όλοι είχανε τέτοια. Γίνονταν και βιασμοί, ειδικά αν ήσουν άγνωστος.
Μια μέρα στο Ναύπλιο, είχαμε κάποιον Μπακούτη από την Κόρινθο. Γερός μαχαιροβγάλτης. Παράλληλα, έχουν φέρει κι έναν πιτσιρίκο. Εκεί ήταν αγροτικές φυλακές και είχαμε θαλάμους.
Μια μέρα, μόλις βγήκε ο πιτσιρίκος από το μπάνιο, του λέει ο Μπακούτης: «Πωπώ μικρέ, απόψε κάνεις μπαμ».
Ο μικρός δεν μίλησε.
Το επόμενο βράδυ πήρε μια πρόκα, από τις μεγάλες που βάζανε παλιά στα δοκάρια, και ξετρύπησε τον Μπακούτη την ώρα που κοιμότανε. Τον καθάρισε.
Είχε νόμους μέσα. Και τότε σκοτώνονταν πολλοί άνθρωποι. Πέφτανε μαχαιριές. Μονομαχίες να δει το μάτι σου! Ποιος θα πάρει την πόκα, ποιος θα πάρει το μπαρμπούτι, ποιος θα πάρει τα χάπια… Όλα για το κουμάντο.
Ειδικά αν ήταν κανένας αιμομίκτης, δεν τη γλίτωνε.
Vaios-ex convict / ÂÜÀïò-ðñþçí êáôÜäéêïò
- Έχω φάει και δώδεκα μήνες για στάση. 
Για να πάρουμε χάρη μαζί με κάποιους πολιτικούς επί χούντας ανεβήκαμε στα κεραμίδια της φυλακής στην Αίγινα και μείναμε εκεί για τρία μερόνυχτα, μέχρι που ήρθε ο υπουργός Δικαιοσύνης Στεφανάκης.
Μας έπεισε, κατεβήκαμε και την επόμενη μέρα άρχισε να μας στέλνει σε άλλες φυλακές.
Με έστειλαν στην Αλικαρνασσό. Εκεί βρήκα τον Κοεμτζή. Τον γνώριζα από την Αθήνα.
Είχε γυμναστήριο, κάτω από τον Μπακάκο, όπου μαθαίνανε τζούντο και καράτε με δάσκαλο τον Μεγαρίτη. Με τα αδέρφια του και άλλους παλαιστές συγγενείς του, όπως ο Μασκοφόρος, ελέγχανε την πλατεία Βάθη και το Μεταξουργείο.
Τον είχανε φέρει για εκτέλεση, υπήρχε ακόμα η θανατική ποινή.
Μόλις ήρθε τον βάλανε έξι μήνες απομόνωση γιατί είχε φάει πολλούς Κρητικούς και οι συμπατριώτες τους που ήταν μέσα φοβούνταν.
Δεν τον έπιανες με τίποτα. Στο βιβλιό του, νομίζω, μ’ αναφέρει. «Ας είναι καλά ο Βάιος που μου είπε να μην βγάλω το βλήμα». 
Του είχα πει να μην αφαιρέσει ένα θραύσμα που είχε στο πόδι, γιατί μόνο αν ήσουν υγιής σε εκτελούσαν. Κέρδισε χρόνο έτσι μέχρι ο γέρος Παπανδρέου να αναστείλει όλες τις εκτελέσεις.
- Μια μέρα τρελάθηκα. Είχα ένα μπολ με αυγά για να τα κάνω με ντομάτα και δεν πρόλαβα να πάρω σειρά. Τα πετάω όλα κάτω, πιάνομαι από ένα αλεξικέραυνο που υπήρχε στο τριώροφο κτήριο και σκαρφαλώνω μέχρι την ταράτσα.
Ανέβηκα πάνω και άρχισα να βρίζω «Γαμιέστε πούστηδες. Γαμώ την Κρήτη σας….» και διάφορα τέτοια. Έγινε φασαρία.
Το βράδυ ξαναήρθε ο υπουργός δικαιοσύνης, ο Στεφανάκης, τον είχα ζητήσει εγώ. Εν τω μεταξύ, μαζί με μένα ξεσηκώθηκαν κι άλλοι. Του εξήγησα την κατάσταση και κατέβηκα.
- Μόνο μια φορά απέδρασα. Έφυγα από τις αγροτικές την ώρα της δουλειάς, δήθεν για τουαλέτα, και βρέθηκα στο Βόλο.
Τελικά, με βρήκανε.
Η χειρότερη φυλακή ήταν το Γεντί Κουλέ. 
Όταν έμπαινες, έβλεπες από την εξωτερική μεριά της πόρτας, σκαλισμένο σ’ ένα μάρμαρο, ένα λιοντάρι. Στο ίδιο σημείο, στην εσωτερική μεριά, υπήρχε σκαλισμένο ένα αρνί. Συμβολικό. Έμπαινες λιοντάρι κι έβγαινες αρνί.
Από την απομόνωση δε, έβγαινες τυφλός.
Έκανα πάντα απεργία πείνας όταν με βάζανε εκεί. Βασικά, κοίταζα να αποφύγω το φαγητό γιατί δεν υπάρχει χειρότερη ξεφτίλα για έναν φυλακισμένο, από το να τα κάνει επάνω του και να τον βγάλουν στο προαύλιο για να τον πλύνουν οι συγκρατούμενοί του με τη μάνικα.
Ο μόνος τρόπος για να το αποφύγεις είναι η απεργία πείνας ώστε να μην έχεις τίποτα να βγάλεις.
- Όταν ανέλαβε ο Παπαδόπουλος αντιβασιλέας, ήμουν στις  ψυχιατρικές φυλακές του Πειραιά και παίζαμε πινγκ-πονγκ με έναν Μανιάτη.
Σταμάτησε το πρόγραμμα στο ραδιόφωνο και ακούσαμε την ανακοίνωση: «Ελληνικέ λαέ, αναλαμβάνω ένα ακόμα βάρος στην πλάτη μου. Γίνομαι αντιβασιλεύς της Ελλάδος». Δεν είχα δει ότι όλο το επιτελείο της φυλακής ήταν πίσω μου και είπα: «Μπράβο Παπαδόπουλε! Ένα υπουργείο δεν θα αφήσεις για εμάς;». 
Δεν πρόλαβα ούτε τη ρακέτα να αφήσω. Με σηκώσανε και με πήγανε ακριβώς απ’ έξω, όπου υπήρχε ένα μπαράκι που έβαζε δισκάκια. Με δέσανε σαν να ήμουν έτοιμος για χορό. Το ένα χέρι στην ανάταση και το ένα πόδι σηκωμένο.
Αυτή ήταν η τιμωρία τους, μέχρι το βράδυ, η λεγόμενη «καθήλωση».
Vaios-ex convict / ÂÜÀïò-ðñþçí êáôÜäéêïò
Οι μπίζνες
- Ένα φεγγάρι είχα βάλει μια Πατρινιά στη Συγγρού. Εκείνα τα χρόνια επιτρέπανε να βγουν και γυναίκες στη Συγγρού.
Το κορίτσι ήθελε να δουλέψει για μένα. Όλα εγώ τα έπαιρνα. Της έδινα ό,τι ήθελα. Συνήθως, δεν της έδινα τίποτα. Απλά, την φρόντιζα. Την είχα στην πένα.
Ήταν ένα κοντούλικο και όμορφο κοριτσάκι, πρώτη και τελευταία φορά που έκανα κάτι τέτοιο.
Την άφησα για να μπει στον ίσιο δρόμο, δουλεύοντας σε ένα συνεργείο στην Ιερά Οδό.
Μετά όμως από τέσσερις μέρες, την ώρα που έκανε διάλειμμα για κολατσιό, τη σκότωσε ένα αυτοκίνητο καθώς περνούσε το δρόμο.
Σταμάτησα γιατί άνοιξα μαγαζί με τον κουμπάρο μου. 
Ήταν τραβεστί και είχε ήδη τέσσερα-πέντε μαγαζιά που στη γλώσσα των πούστηδων λέγονταν «τζιναβωτά».
Είχανε αδερφές μέσα που τραγουδούσανε και κάθε βράδυ ήταν τίγκα στον κόσμο. Ένα τέτοιο μαγαζί κάναμε και μαζί.
Το μερίδιό μου το είχα βάλει στο όνομα του πεθερού μου γιατί σε μένα δεν δίνανε άδεια, λόγω του τρελόχαρτου που είχα από τον στρατό.
Ανοίξαμε το μαγαζί στην Πλάκα, απέναντι από την ταβέρνα του Μοστρού όπου τραγουδούσαν η Μαρινέλλα με τον Μητροπάνο.
Στο ελαφρό τραγούδι ήταν ο Τέρης Χρυσός.
Έγινε ένα σκηνικό με τον αδερφό μου που χαράκωσε εναν στο λαιμό και πάει, αυτό ήτανε, μας το κλείσανε το μαγαζί.
Μετά άνοιξα μαγαζί κοντά στο Σύνταγμα  όπου τραγουδούσε η Καίτη Γκρέη. 
Έλα όμως που βγήκε νόμος που απαγόρευε να υπάρχει μαγαζί σε απόσταση μικρότερη των πεντακοσίων μέτρων από εκκλησία.
Άλλο στραπάτσο από ‘κει.
Άνοιξα άλλο μετά, πίσω από την ταβέρνα του Αετόκοτα, στην Πλάκα, με τη Γιώτα Γιάννα.
Τότε ήταν έγκυος η γυναίκα μου. Περίμενα να βγει η άδεια από μέρα σε μέρα.
Παρόλ’ αυτά, η αστυνομία μου επέτρεψε να το δουλέψω, φτάνει να μη γίνονταν φασαρίες.
Δουλεύαμε κανονικά, μέχρι που έγινε η στραβή. Ένας τύπος, αδερφός μιας γνωστής τραγουδίστριας, μαχαίρωσε έναν οικοδόμο, πάνω στην πίστα. Άλλη χασούρα από ‘κει. Τελικά, πέθανε και ο κουμπάρος μου και σταματήσαμε.
Πιο μετά, άλλο ένα με μπιλιάρδα, μαζί με τον αδερφό μου. Το πουλήσαμε, πήρα περίπου 8,5 εκατομμύρια και τα έφαγα στο κουμ-καν.
Δεν έπαιζα πιο παλιά που είχα πολλά λεφτά και άρχισα να παίζω όταν παντρεύτηκα.
Πήγαινα σε παράνομες λέσχες. Μόνο μία ήταν νόμιμη, του Χαραλαμπόπουλου στο Σύνταγμα. Παίζαμε κουμ-καν και μπαρμπούτι.
Vaios-ex convict / ÂÜÀïò-ðñþçí êáôÜäéêïò
Η οικογένεια και η θάλασσα
- Ο πατέρας μου πάντα έλεγε «κάθε οικογένεια βγάζει κι έναν τρελό, στα 5-6 παιδιά της». Η μάνα μου είχε αδυναμία σε μένα.
Να ξέρεις ότι η μάνα είναι πάντα κοντά στο πιο ταλαιπωρημένο της παιδί. 
Η αλήθεια είναι ότι έχω μετανιώσει για κάποια πράγματα. Δεν ήταν σωστό που, σε κάποιες περιπτώσεις, βγάζαμε μαχαίρι για το τίποτα. 
Στα παιδιά μου έχω πει: «Και χαστούκι να σας δώσουνε, γυρίστε και το άλλο μάγουλο, όπως είπε ο Χριστός. Μην κάνετε τα ίδια».
Στην ίδια περίπτωση, με ό,τι είχα επάνω μου, θα τον «έτρωγα» ή θα με «έτρωγε». Ακόμα και σ’ αυτή την ηλικία.
Αν είμαι σε μέρος που δεν γνωρίζω κανέναν, μπορεί να κάνω πίσω, αλλά όχι αν είμαι σε μέρος με γνωστούς. Να πούνε «ο Βάιος έκατσε σαν κότα». Δεν θα ‘χω μούτρα να βγω έξω.
- Τα τατουάζ είναι κεντητά, όλα με βελόνα. Τα έκανα μέσα, αν και απαγορευόταν. Αν σε έπιαναν, έτρωγες πέντε μήνες. Παιδικές χαζομάρες.
- Σήμερα, περνάω πολλές ώρες στη θάλασσα. Κολυμπάω, παίζω ρακέτες και σκάκι. Αυτά θέλω. Ησυχία.

Related

ΚΟΙΝΩΝΙΑ 6680442906311418481

Δημοσίευση σχολίουDefault Comments

emo-but-icon

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

FACEBOOK

Συνολικές προβολές σελίδας

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

εορτολογιο

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Google+ Followers

ΖΩΔΙΑ


live score

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ

Στο παρόν blog εκτός από άρθρα των διαχειριστών, αναδημοσιεύονται άρθρα από άλλα blogs με αναφορά πηγής στο κάτω μέρος κάθε άρθρου.

-Το blog politikanet αναδημοσιεύει και δεν "υιοθετεί" απαραίτητα το περιεχόμενο των ειδήσεων που αναρτά στις οποίες αναφέρεται η πηγή της είδησης.

- Οι φωτογραφίες και τα βίντεο προέρχονται από το διαδίκτυο, κυρίως από τις εικόνες google και ανήκουν αποκλειστικά στους δημιουργούς τους. Εάν κατά λάθος έχει δημοσιευτεί εικόνα ή βίντεο που διέπεται από πνευματικά δικαιώματα, επικοινωνήστε μαζί μας και θα αφαιρεθεί.

- Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο Blog δεν απηχούν κατ' ανάγκη και τις απόψεις των διαχειριστών.


item