Έτσι Ήταν οι Πρώτες Ημέρες μου στον Κορυδαλλό Όταν με Συνέλαβαν για Εμπόριο Ναρκωτικών

https://vice-images.vice.com/images/content-images-crops/2016/02/09/protes-meres-koridallos-xristes-narkotikon-kolasi-body-image-1455037835-size_1000.jpg?resize=*:*&output-quality=Πριν από ένα μήνα και κάτι, έζησα μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μου. Είδα την καλύτερή μου φίλη να φοράει τα καλά της, το ροζ κραγιόν που ταιριάζει με τα ξανθά μαλλιά της και την άκουσα να απαγγέλει το «Παράπονο» του Οδυσσέα Ελύτη στην αποφοίτηση του θεραπευτικού προγράμματος ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ, το οποίο εκείνη την ημέρα ολοκληρωνόταν και επίσημα για εκείνη.
Το ποίημα που διάβαζε τελειώνει με τον στίχο «Όσο κι αν κανείς προσέχει, όσο κι αν το κυνηγά, πάντα θα 'ναι αργά, δεύτερη ζωή δεν έχει». Όταν τη γνώρισα, στα δεκαοκτώ μου, αυτός ο στίχος είχε εντελώς διαφορετικό νόημα, αφού υπήρξαμε άνθρωποι που αντιμετωπίστηκαν σαν προβληματικοί, κάτι που καθόριζε ζωτικά αυτά που είχαμε επιλέξει να προσέχουμε και να κυνηγάμε. Σήμερα, εννέα χρόνια μετά, αυτά άλλαξαν, κυρίως γιατί μάθαμε να αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας σαν προβληματισμένοι. Αυτό για εκείνη συνέβη το 2009, όταν η Δίωξη Ναρκωτικών τη συνέλαβε να έχει στην κατοχή της 500 γραμμάρια ηρωίνης, γεγονός που στη συνέχεια την καταδίκασε σε δωδεκαετή ποινή κάθειρξης, με τις κατηγορίες της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, με σκοπό την εμπορία.
Η φυλακή είναι το μικρότερο κακό που μπορεί να σου συμβεί όταν είσαι εξαρτημένος από την ηρωίνη
Το φιτίλι που πυροδότησε τον εκρηκτικό μηχανισμό που ανατίναξε τη μέχρι τότε ζωή της άναψε με το «κλικ» της χειροπέδας, παράλληλα όμως, όπως συχνά αναφέρει, νιώθει εν μέρει τυχερή που μπήκε φυλακή, αφενός γιατί αξιοποίησε τα τέσσερα χρόνια ποινής που τελικώς εξέτισε με το να πάει στο πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ και να δουλέψει με τον πολυσχιδή εαυτό της, αφετέρου επειδή η φυλακή είναι το μικρότερο κακό που μπορεί να σου συμβεί όταν είσαι εξαρτημένος από την ηρωίνη και η καθημερινότητά σου πάλλεται ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.
Κάτι που δεν υπάρχει ως υποψία στο μυαλό όσων δεν γνωρίζουν κάποιο χρήστη ή δεν έχουν περάσει από τα ναρκωτικά οι ίδιοι είναι πως όταν είσαι τοξικομανής, ανοίγοντας τα μάτια σου το πρωί, το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι αν θα έχεις να πιεις. Συνεχίζεις τη μέρα σου και εξακολουθείς να σκέφτεσαι πώς θα βρεις ηρωίνη πριν σκεφτείς να κάνεις οτιδήποτε άλλο, γιατί αισθάνεσαι πως μόνο έτσι μπορείς να βγάλεις το 24ωρο. Γι' αυτό τα στερητικά που όλοι οι χρήστες φοβούνται είναι άρρηκτα συνδεδεμένα όχι μόνο με αβάσταχτους σωματικούς πόνους αλλά και με ψυχολογική κατάρρευση. Αυτός είναι ένας από τους πολλούς λόγους που στον ισχύοντα νόμο για τα ναρκωτικά στην Ελλάδα αναφέρεται πως κύρια φιλοσοφία του είναι ο χαρακτηρισμός του τοξικομανούς ως ασθενούς αντί για εγκληματία, κάτι που όμως δεν αντιστοιχεί ούτε στο ελάχιστο στον πραγματικό τρόπο που αντιμετωπίζονται οι χρήστες.
 https://vice-images.vice.com/images/content-images-crops/2016/02/09/protes-meres-koridallos-xristes-narkotikon-kolasi-body-image-1455037881-size_1000.jpg?resize=*:*&output-quality=

Η πραγματικότητα που υπάρχει στα κρατητήρια και στην απομόνωση της φυλακής, όπου αρχικά οδηγούνται όσοι έχουν συλληφθεί για υποθέσεις ναρκωτικών, περιλαμβάνει τοξικομανείς μπουκωμένους με ψυχοφάρμακα και ηρεμιστικά για να μην ενοχλούν οι φωνές τους, στιγμές απελπισίας, θανάτους και αυτοκτονίες, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους θεσμοθετημένους κανόνες της Πολιτείας για το σωφρονιστικό σύστημα που έχει δημιουργήσει. Εκεί ο χρήστης δεν τιμωρείται απλώς. Βασανίζεται από το σύστημα που τον έχει αναλάβει και μας έχει υποσχεθεί πως θα τον φέρει πίσω καλύτερο.
Πηγαίνω στο σπίτι της Μαίρης για να μου μιλήσει γι' αυτές τις στιγμές. Κανονίζουμε να βρεθούμε όταν ο γιος της είναι στο μάθημα αγγλικών για να υπάρχει ελευθερία στον διάλογο. Εκείνος γνωρίζει μόνο όσα πρέπει για τα δέκα του χρόνια. Ήταν μόλις τεσσάρων την περίοδο της σύλληψης, όμως τα μισάωρα εβδομαδιαία επισκεπτήρια στον ειδικό χώρο που συναντούν τα παιδιά τις μητέρες τους στον Κορυδαλλό και στη Θήβα, όπου μεταφέρθηκε αργότερα η Μαίρη, άφησαν το «η μαμά λείπει για δουλειά» να καταρρεύσει σιγά-σιγά.

 https://vice-images.vice.com/images/content-images-crops/2016/02/09/protes-meres-koridallos-xristes-narkotikon-kolasi-body-image-1455037907-size_1000.jpg?resize=*:*&output-quality=

Τη ρωτάω για την πρώτη φορά που έκανε χρήση ηρωίνης. Σύντομα θα κλείσουμε τα δέκα χρόνια φιλίας, την έχω δει να κάνει χρήση, την έχω ζήσει να περνάει στερητικά και να προσπαθεί να κόψει μόνη της, αλλά δεν είχε αναφερθεί ποτέ στην πρώτη φορά που δοκίμασε ηρωίνη με τον άνθρωπο που αργότερα θα επέλεγε για πατέρα του παιδιού της: «Πρέπει να ήμουν 22 όταν έπιασα δουλειά στον Αστέρα της Γλυφάδας, μια εποχή που έκανα κόκα και χόρτο. Εκείνος ήταν περίπου 18, ήδη χρήστης, αλλά ακόμη δεν το ήξερα. Όταν έφυγαν οι γονείς μου διακοπές, πήραμε άδεια από τη δουλειά για να κάτσουμε στο σπίτι μου. Την τρίτη μέρα, όταν τα ναρκωτικά που είχαμε ψωνίσει τελείωσαν, μου είπε πως πρέπει να πεταχτεί κάπου και όταν επέστρεψε μου είπε: "Ήπιαμε αυτά που ήθελες, τώρα εγώ θα κάνω τα δικά μου και δεν θα με ρωτήσεις τίποτα". Μέχρι τότε είχα κάνει και είχα πιει τα πάντα και με όλους τους τρόπους, αλλά δεν ήξερα τίποτα για την πρέζα. Μου ζήτησε ένα αλουμινόχαρτο, έβαλε επάνω την ηρωίνη και άρχισε να την καίει με τον αναπτήρα από κάτω. Άρχισε να βρομάει, ήταν μια αηδία που δεν μπορώ να περιγράψω γιατί αυτή η μυρωδιά δεν μοιάζει με καμία. Μόλις το μύρισα ήθελα να κάνω εμετό. Η πρέζα είχε γίνει σαν καραμέλα, άρχισε να τσουλάει κι εκείνος με ένα καλαμάκι ρούφαγε τον καπνό. Όταν τελικά ήπια έγινα χάλια, άρχισα να κάνω εμετό, είχα κιτρινίσει και απλώς παρακαλούσα να γίνω καλά. Συνέχισα όμως. Στην καλύτερή μας ηλικία, εγώ 23 κι εκείνος 18, και δεν κάναμε τίποτα άλλο από το να δουλεύουμε από το βράδυ μέχρι το πρωί, να σχολάμε, να ψωνίζουμε ναρκωτικά, να πίνουμε για να κοιμηθούμε και να ξαναπηγαίνουμε για δουλειά. Αυτή ήταν η ζωή μας τρία χρόνια. Δεν είχαμε πάει ούτε σινεμά και δεν υπήρχε καμιά άλλη διασκέδαση στο μυαλό μας. Πίναμε, κάναμε σεξ και κοιμόμασταν».
Όταν ήπια ηρωίνη για πρώτη φορά έγινα χάλια, άρχισα να κάνω εμετό, είχα κιτρινίσει και απλώς παρακαλούσα να γίνω καλά. Συνέχισα όμως. Αυτή ήταν η ζωή μας τρία χρόνια
Μου περιγράφει πως λίγο αργότερα εκείνος μπήκε στη φυλακή και έκοψε τα ναρκωτικά, όπως κι εκείνη που τον περίμενε έξω. Μετά την αποφυλάκισή του, σε ένα διάστημα που ήταν κι οι δυο καθαροί, εκείνη έμεινε έγκυος και αποφασίζουν να κάνουν μια καινούργια αρχή, που όμως κρατάει λίγο, αφού άρχισαν και πάλι να κάνουν χρήση, ενώ εκείνος ξαναμπήκε φυλακή. Αυτή είναι και η περίοδος που τη γνώρισα. Ήταν κάπου στα 27, πλήρως λειτουργική, με έκδηλη λαχτάρα για τη ζωή που δεν σε άφηνε να καταλάβεις τίποτα. Λίγο αργότερα ξεκίνησε να κάνει εμπόριο, σκεπτόμενη –όπως και οι περισσότεροι χρήστες που καταλήγουν εκεί– πως απλώς θα εξασφαλίζει τις καθημερινές δόσεις ηρωίνης: «Μετά από ένα διάστημα μια από τις "άκρες" που είχαμε βρει μου πρότεινε να φέρνει τα "πράγματα" στο σπίτι μου. Θα τα φτιάχναμε εκεί, θα ερχόντουσαν να τα παίρνουν και θα κρατούσα κάποια λεφτά. Αυτή ήταν η αρχική συμφωνία. Για να με καθησυχάσει μου είπε πως οι περισσότεροι πελάτες ήταν μεγάλοι άνθρωποι με οικογένειες και λεφτά, που τους ήξερε χρόνια. Έτσι ξεκίνησα. Όταν με έπαιρναν τηλέφωνο, μου έλεγαν πόσο θέλουν και το κατέβαζα κάπου κοντά στο σπίτι μου. Στην αρχή ένιωθα υποχρεωμένη γιατί έπινα τσάμπα, ζητούσα πολύ μικρά ποσά σε σχέση με αυτά που περνούσαν από τα χέρια μου κι αυτά όταν τα είχα ανάγκη».
Μέχρι τότε, μου τονίζει πως δεν είχε νιώσει ποτέ κίνδυνο σε ό,τι αφορά τα ναρκωτικά, γιατί αν και έκανε χρήση για καιρό, τις ημέρες που δεν έπινε δεν έβγαζε στερητικά. Αυτό αργότερα άλλαξε: «Μετά από ένα διάστημα έχασα την "άκρη". Έτσι έκοψα και την πρέζα, γιατί είχα χάσει τις επαφές μου όλο τον καιρό που εκανα αυτή τη δουλειά. Εκεί έφαγα την πρώτη φρίκη γιατί έβγαλα για πρώτη φορά χαρμάνες, έγινα σαν φάντασμα, είχα χάσει πολλά κιλά, πόναγα παντού, έκανα συνέχεια εμετό και ήμουν χάλια ψυχολογικά. Ο καιρός πέρασε, έγινα καλά, όμως η "άκρη" με ξαναπήρε τηλέφωνο. Μου είπε ότι τον έπιασαν και είναι μέσα, αλλά ήθελε να συνεχίσουμε τις δουλειές. Αυτήν τη φορά υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα πίνω, με την προοπτική να βγάλω λεφτά. Έλα όμως που δεν γίνεται να το έχεις στο σπίτι σου και να μείνεις σε απόσταση, γιατί παρόλο που είχα φίλους ήμουν σε μια φάση που είχα μικρό παιδί, κρατούσα καθημερινή επαφή με τον άντρα μου που ήταν στη φυλακή και ένιωθα κενή. Όταν δεν έπινα δεν μπορούσα να λειτουργήσω κανονικά, να βγάλω τη μέρα μου, δεν μπορούσα ούτε να παίξω με τον γιο μου».

 https://vice-images.vice.com/images/content-images-crops/2016/02/09/protes-meres-koridallos-xristes-narkotikon-kolasi-body-image-1455037938-size_1000.jpg?resize=*:*&output-quality=

Σκέφτομαι πως δέκα περίπου μέρες προτού τη συλλάβουν είχαμε τσακωθεί και ο λόγος πρέπει να ήταν τόσο χαζός που δεν τον θυμάμαι καν. Ίσως και να ήμουν στο σπίτι της, όπως συνήθιζα εκείνη την ώρα. Τη ρωτάω αν είχε περάσει από το μυαλό της πως κάτι μπορεί να μην πάει καλά, αν και θυμάμαι πως τότε δεν υπήρχε σε κανέναν μας η σκέψη πως μπορεί όλα αυτά να έχουν αρνητικές συνέπειες, ενώ το ένστικτο του φόβου είχε απλώς παραλύσει. «Είχα αρχίσει να φοβάμαι μήπως γίνει κάτι. Η καλοπέραση, όμως, το τσάμπα πιώμα και το ότι γέμιζα τα κενά μου με έκαναν να θέλω να πιστεύω πως δεν θα γίνει τίποτα», μου λέει. Της ζητάω να μου περιγράψει την ημέρα της σύλληψης, γιατί όσα ξέρω είναι όσα άκουσα στο δικαστήριο και λίγα πράγματα που συζητήσαμε μόλις βγήκε: «Έγινε μια στραβή με έναν πελάτη που δεν είχε πάντα λεφτά. Σταμάτησα να του δίνω και μας κάρφωσε. Ένα Σάββατο απόγευμα, λοιπόν, πήγα στη Γλυφάδα, πήρα ένα μισόκιλο πρέζα και γύρισα στο σπίτι μου. Την επόμενη ημέρα ετοίμασα το παιδί για να πάμε στην πεθερά μου, αλλά πριν από αυτό κατέβηκα να δώσω 50 γραμμάρια σε κάποιον που με είχε πάρει τηλέφωνο. Τα έδωσα και γυρισα στο σπίτι μου με περίπου 200 ευρώ. Άφησα τον γιο μου να παίζει στην αυλή για να πάω μέχρι το περίπτερο και μόλις βγήκα απ' το σπίτι ήρθαν δυο αστυνομικοί με πολιτικά, με έπιασαν αγκαζέ, είπαν το όνομά μου και μόλις έγνεψα θετικά είπαν "Ασφάλεια". Ρώτησα τι συμβαίνει και μου απάντησαν πως πρέπει να παω μαζί τους γιατί έχουν στοιχεία πως κάνω εμπόριο ναρκωτικών. Έψαξαν την τσάντα μου, κι εγώ –σαν αρρωστάκι που ήμουν– είχα μέσα έναν μπάφο και ένα γραμμάριο ηρωίνης. "Τώρα τη γάμησες", μου είπε ο ένας. Με ρώτησαν πού μένω, τους έδειξα χωρίς να τους ρωτήσω αν έχουν ένταλμα –και μέχρι σήμερα δεν ξέρω αν είχαν–, τους έδωσα τα κλειδιά μου, με έβαλαν μέσα στο περιπολικό και ανέβηκαν να ψάξουν το σπίτι. Το πρώτο πράγμα που τους είπα είναι πως ό,τι κι αν γίνει θα πρέπει να μιλήσω με τους δικούς μου για να κανονίσω τι θα γίνει με το παιδί μου. Τότε γύρισαν και μου είπαν να κανονίσω τι θα κάνω γενικά, γιατί θα λείψω για καιρό. Όταν η αστυνομία μπήκε στο σπίτι, είχα αφήσει μισό κιλό πρέζα πάνω στην κουζίνα και άλλο μισό κιλό "χάλασμα" που βάζεις στην καθαρή ηρωίνη για να γίνει ένα κιλό, τα οποία αρχικά δεν τα βρήκαν, γιατί κανείς δεν πήγε στην κουζίνα. Όταν με ανέβασαν επάνω το μόνο που είχαν βρει ήταν κάποιες άδειες βαλίτσες με 1-2 γραμμάρια ξυλαράκια και σπόρια από μαύρο. Ο αστυνομικός με ρωτούσε σαστισμένος: "Πού είναι αυτό που είχες στις βαλίτσες;". Τότε έπαιρνα δυο-τρία κιλά γιατί έφευγαν ολόκληρα ή από μισό κιλό, και τα είχα δώσει όλα. Τώρα μουτζώνομαι, αλλά εκείνη τη στιγμή γύρισα και του είπα: "Καλά, δεν βρήκατε τα πράγματα;". Αυτό βέβαια λειτούργησε υπέρ μου στο δικαστήριο, γιατί δείχνει ότι εγώ τους οδήγησα, όπως και το ότι το stuff δεν ήταν καβατζωμένο, κάτι που θα έδειχνε πρόθεση».
Ξαναρωτάω για το παιδί, αν είδε, αν κατάλαβε τι έγινε εκείνη τη στιγμή. Όσο τους ζω παρατηρώ αυτήν τη σχέση βαθιάς εξάρτησης που υπάρχει στις μονογονεϊκές οικογένειες. Όχι μόνο τώρα, αλλά και παλιότερα που ήταν στη χρήση. Είχαν συνηθίσει να είναι οι δυο τους, γι' αυτό αντιλαμβάνομαι τη στιγμή του αποχωρισμού αυτού σαν κάτι οδυνηρό. «Όταν κατεβαίναμε τους παρακάλεσα να μιλήσω στον μικρό για λίγο χωρίς να με κρατάνε και με άφησαν. Τους εξήγησα ότι δεν πρόκειται να φύγω, αλλά δεν θα ήθελα το παιδί να δει κάτι τέτοιο. Του είπα "Η μαμά θα φύγει για λίγο, θα πας στη γιαγιά και θα μιλήσουμε"». Η όψη της συννεφιάζει και η φωνή χαμηλώνει ξανά: «Έφυγα και δεν ξαναγύρισα. Για τέσσερα χρόνια».
Με αφήνει να καταλάβω πως οι πρώτες στιγμές απελπισίας ήρθαν στη ΓΑΔΑ: «Τότε έπινα και μόλις μου πέρασε το πρώτο σοκ της σύλληψης άρχισα να ιδρώνω, να κρυώνω και να μη νιώθω καλά. Τους ζήτησα να μεταφερθώ σε νοσοκομείο, αλλά δεν με πήγαν ποτέ σε παθολόγο. Με πήγαν κατευθείαν στον ψυχίατρο που μου έγραψε υπνωτικά και μυοχαλαρωτικά. Στην επιστροφή με έσερναν γιατί δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου από τα στερητικά. Πήρα τα χάπια και λίγο πριν νεκρώσω άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως αυτήν τη φορά δεν θα τη γλιτώσω. Τότε άρχισα να τα σκέφτομαι όλα. Το παιδί που άφησα πίσω μου, ότι θα πάρει καιρό να γυρίσω, ότι τώρα δεν έχω επιλογή».


Η φωνή του μικρού που μόλις γύρισε μας διακόπτει. Όσο του βάζει φαγητό περνάνε από το μυαλό μου ενοχές που ύστερα από εκείνο τον τσακωμό ήταν μόνη. Δεν το έχω μοιραστεί ποτέ αυτό μαζί της, γιατί δεν ξέρω γιατί νιώθω έτσι. Δεν θα μπορούσα να αποτρέψω το αποτέλεσμα των αλυσιδωτών αντιδράσεων μιας ζωής, αλλά με πλημμυρίζει μια βαθιά, ατόφια λύπη όταν σκέφτομαι τι πέρασε. Όταν επιστρέφει, την κοιτάζω και της ζητάω να μου περιγράψει τη διαδικασία κατά την παράδοση των κρατουμένων από την Ασφάλεια στον Κορυδαλλό. Αρχικά, μου εξηγεί πως την πήγαν σε ένα μικρό δωμάτιο και η φύλακας της ζήτησε να γδυθεί και να σκύψει για να την ψάξει. Έχω ταχυπαλμία και παγώνω στη σκέψη ότι πέρασε κάτι τέτοιο. Εκείνη μοιάζει σαν να μιλάει για άλλον άνθρωπο εκείνη τη στιγμή, κάτι που με κάνει να τα χάνω περισσότερο «Μετά με πήγαν στον γιατρό για να εξετάσει, επίσης δακτυλικά, τον κόλπο μου. Αν δεν είναι εκεί ο γυναικολόγος, σου κάνει τον έλεγχο ο οποιοσδήποτε γιατρός και φυσικά δεν υπάρχει υπέρηχος για να γίνει αυτό», περιγράφει με απάθεια, σχεδόν κυνικά, έχοντας αποβάλει κάθε συναίσθημα, όπως όταν θέλεις να αμυνθείς στην πραγματικότητα.
Κάνουμε και πάλι μια μικρή παύση. Θέλω να τη ρωτήσω τι σκέφτεται, όμως έχω κοκαλώσει. Δεν θέλω να το έχει ζήσει αυτό, δεν θέλω να συνεχίσω την κουβέντα, δεν θέλω να γράψω αυτό το κείμενο. «Μετά συζήτησα με τον αρχιφύλακα, που μου έκανε κάποιες ερωτήσεις για να δει πού θα με βάλει. Δεν υπήρχε βέβαια βιασύνη γι' αυτό, γιατί όσοι μπαίνουν μέσα για ναρκωτικά οδηγούνται κατευθείαν στην απομόνωση», μου λέει. Προτού τη ρωτήσω για την απομόνωση, κάνει ένα μορφασμό σαν κι αυτούς που κάνεις ασυναίσθητα τις στιγμές της απόγνωσης και συνεχίζει από μόνη της: «Αρχικά περπατήσαμε έναν τεράστιο σκοτεινό διάδρομο, που είχε στα πλάγια μικρά παραθυράκια να μπάζουν λίγο φως. Μοιάζει απέραντος, αλλά όταν φτανεις στο βάθος ανακαλύπτεις πως αυτή η μικρή πόρτα που έβλεπες όταν ξεκίνησες να τον περπατάς είναι του δωματίου όπου θα μείνεις. Ένας χώρος δύο επί δύο με μια λεκάνη και ένα νιπτήρα, που όμως δεν λειτουργούν. Μένεις στην απομόνωση μέχρι να πας αρκετές φορές σε συγκεκριμένη τουαλέτα, και μετά από έναν συγκεκριμένο αριθμό κενώσεων –έτσι ώστε αν έχεις καταπιεί κάτι να μην το βγάλεις και το περάσεις μέσα– σε ξαναπάνε στον γιατρό για να μπεις τελικά στη φυλακή. Αυτό όμως μπορεί να πάρει μέρες, γιατί όταν θέλεις να πας στην τουαλέτα κάνεις την ανάγκη σου και η φύλακας στέκεται στην πόρτα να σε κοιτάει. Όταν τελειώνεις, πηγαίνει και τραβάει το καζανάκι».
Παραμένω αμίλητη, σκέφτομαι την περίοδο που ήταν έξω πόσο δύσκολα ήταν τα στερητικά και νιώθω πως την κοιτάζω κουλουριασμένη με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια να το περνάει αυτό στην απομόνωση. «Οι μέρες περνούσαν και είχα αρχίσει να τρελαίνομαι γιατί νόμιζα πως η φυλακή είναι έτσι. Παράλληλα συνέχιζα να περνάω στερητικά. Έκανα συνέχεια εμετό, με έβαζαν να τον καθαρίσω και εγώ ξαναέκανα. Με πήγαν στον γιατρό της φυλακής να μου γράψει μερικά υπνωτικά για να κοιμηθώ, αλλά μετά από τρεις ώρες που ξυπνούσα ένιωθα ότι είχα κοιμηθεί έναν αιώνα και παρακαλούσα να μου δώσουν κι άλλα ή έστω να με πάνε στο φαρμακείο».
Ο Κορυδαλλός είναι δίπλα στη ζωή, τη βλέπεις να κινείται τριγύρω σου όταν βλέπεις τους ανθρώπους απέναντι στα σπίτια τους, ενώ εσύ είσαι εκεί. Ακίνητη
Πέρα από την οδύσσεια των στερητικών, η αδιαφορία της Πολιτείας για τους χρήστες επεκτείνεται και σε άλλους τομείς εξίσου σημαντικούς, όπως το μέγεθος της ποινής και ο τρόπος που θα σε αντιμετωπίσει στη συνέχεια η έδρα του δικαστηρίου. «Ο πρώτος δικηγόρος που με ανέλαβε δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερος. Έπρεπε να περάσω από τον εμπειρογνώμονα που πιστοποιεί πόσο junky είσαι. Όλοι λαδώνουν γι' αυτό το χαρτί γιατί μπορεί να πάρει μέχρι τρεις μήνες. Πηγαίνει ο δικηγόρος σου, τον βρίσκει, του τα σκάει και ζητάει να δώσει τρία-τέσσερα κριτήρια. Αυτά ξεκινούν από χαμηλά όταν έχεις απλό πρόβλημα εθισμού και αυξάνονται κατά περίπτωση. Αλλά μου είπε πως μάχεται κατά της διαπλοκής και επέμενε να περάσω κανονικά αφού είχα πρόβλημα. Σε έναν άνθρωπό όμως όπως εγώ, που έκανε μόνο μυτιές και δεν βάραγε, μέσα σε τρεις μήνες που πέρασα από τον εμπειρογνώμονα εντέλει δεν μπορούσε να φανεί κάτι. Αυτό το χαρτί με έκαψε, γιατί στη δίκη δεν έλαβαν υπόψη πως είμαι χρήστρια και δεν μπόρεσα να ρίξω την εμπορία. Έτσι έφαγα δώδεκα χρόνια, που είναι και η ελάχιστη ποινή για τις ποσότητες που βρήκαν, γιατί θα μπορούσε να είναι μέχρι είκοσι, ενώ ο άλλος που μου έδινε την κατεύθυνση από τη φυλακή ως πιστοποιημένος χρήστης έφαγε δέκα χρόνια».
Η παραμονή της στην απομόνωση κράτησε πέντε μέρες και πιθανότατα είχε κάτι από την Κόλαση του Δάντη. «Μετά από αυτές τις μέρες της απομόνωσης», λέει και ξεφυσάει σαν να αποβάλλει με τις εκπνοές της όλες εκείνες τις στιγμές, «ο αρχιφύλακας με πήγε στην άλλη πλευρά της φυλακής και όταν περάσαμε μια καγκελένια πόρτα που κλείδωνε με τεράστια παλιά κλειδιά, άρχισα να ακούω ένα απίστευτο βουητό. Οι διάδρομοι ήταν άδειοι γιατί ήταν μεσημέρι, η φυλακή ήταν κλειστή και ήταν όλες στα κελιά και τους θαλάμους. Με πήγε σε ένα θάλαμο με 25 άτομα. Μπήκα μέσα και η πρώτη εικόνα ήταν δυο-τρία κρεβάτια το ένα πάνω στο άλλο, τραπέζια στη μέση, τηλεοράσεις να παίζουν, άλλες κάπνιζαν μόνες, άλλες μιλούσαν μεταξύ τους. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω την εικόνα. Μου έδωσαν σεντόνια να στρώσω, μια αλλαξιά ρούχα, οδοντόβουρτσα, οδοντόκρεμα, πετσέτα και πιάτο και μου έδειξαν το κρεβάτι μου. Ευτυχώς ήταν δίπλα στο παράθυρο. Ξάπλωσα, άρχισα να κοιτάω απ' έξω την Ακρόπολη που φαινόταν και τον κόσμο στα μπαλκόνια. Ο Κορυδαλλός είναι δίπλα στη ζωή, τη βλέπεις να κινείται τριγύρω σου όταν βλέπεις τους ανθρώπους απέναντι στα σπίτια τους, ενώ εσύ είσαι εκεί. Ακίνητη. Άρχισα να κλαίω ασταμάτητα χωρίς να ξέρω γιατί απ' όλα κλαίω. Το μόνο που σκεφτόμουν είναι πότε θα βγω έξω και τι θα γίνει το παιδί. Αυτή ήταν η πρώτη μου μέρα στη φυλακή».
Περισσότερα από το VICE


Related

ΚΟΙΝΩΝΙΑ 2261632512590804640

Δημοσίευση σχολίουDefault Comments

emo-but-icon

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

FACEBOOK

Συνολικές προβολές σελίδας

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

εορτολογιο

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Google+ Followers

ΖΩΔΙΑ


live score

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ

Στο παρόν blog εκτός από άρθρα των διαχειριστών, αναδημοσιεύονται άρθρα από άλλα blogs με αναφορά πηγής στο κάτω μέρος κάθε άρθρου.

-Το blog politikanet αναδημοσιεύει και δεν "υιοθετεί" απαραίτητα το περιεχόμενο των ειδήσεων που αναρτά στις οποίες αναφέρεται η πηγή της είδησης.

- Οι φωτογραφίες και τα βίντεο προέρχονται από το διαδίκτυο, κυρίως από τις εικόνες google και ανήκουν αποκλειστικά στους δημιουργούς τους. Εάν κατά λάθος έχει δημοσιευτεί εικόνα ή βίντεο που διέπεται από πνευματικά δικαιώματα, επικοινωνήστε μαζί μας και θα αφαιρεθεί.

- Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο Blog δεν απηχούν κατ' ανάγκη και τις απόψεις των διαχειριστών.


item